Ξένια Καλογεροπούλου

Πολλοί μιλούν για την Άλκη σαν συγγραφέα. Εγώ θα μιλήσω για την φίλη και κουμπάρα μου.

Ο Κωστής Σκαλιόρας κι εγώ παντρευτήκαμε στο Δημαρχείο Υμηττού. Καλεσμένοι ήταν μόνο οι κουμπάροι μας. Ο Παύλος Ζάννας και η Άλκη Ζέη. Παρόντα επίσης μερικά γεροντάκια από το ΚΑΠΗ του Δήμου. Ο δήμαρχος  –ο Αντρέας Λεντάκης- έβγαλε τότε ένα λογύδριο για να καταλάβουν οι παρόντες ότι οι κουμπάροι ήταν σημαντικά πρόσωπα. Είπε για τον  Παύλο ότι είχε κάνει στη φυλακή επί δικτατορίας, αλλά όταν πήγε να μιλήσει για την Άλκη δεν ήταν τόσο  βέβαιος για τα βιογραφικά της στοιχεία. Κι έτσι τον ακούσαμε να λέει: «Και η Άλκη Ζέη… η οποία… «επίσης ταλαιπωρήθηκε».
Και όντως ταλαιπωρήθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, σε ποικιλία περιστάσεων αλλά και σε διαφορετικά μήκη και πλάτη. Αλλά το θαύμα είναι ότι η κάθε μία από τις «ταλαιπωρίες της» μοιάζει να ήταν γι’ αυτήν κι από ένα δώρο που την έκανε πιο γενναία και πιο γενναιόδωρη. Που την έκανε ακόμη πιο ικανή να χαίρεται τη ζωή της, να αγαπάει πολύ και πολλούς και πολλά, να γελάει ακόμη και με τα παθήματά της και φυσικά να γράφει βιβλία γεμάτα φρεσκάδα και χιούμορ που τα απολαμβάνουν μικροί και μεγάλοι.
Η φαντασία της, ζωντανή σαν μικρού παιδιού, το μυαλό της ανοιχτό και ζεστό, όπως ήταν πάντα και το σπίτι της. Με όπλο αυτό το ιδιαίτερο χιούμορ της, ήταν και είναι πάντα τρυφερά καυστική αλλά και νηφάλια αισιόδοξη.
Το πρωί της 21ης Απριλίου μου φάνηκε αυτονόητο να περπατήσω μέχρι το Σεβαστικογλέικο για να μοιραστώ τις απορίες και τους φόβους μου. Σ’ αυτό το σπίτι είχαν πολύ περισσότερους λόγους να ανησυχούν. Η Άλκη όμως ήταν ψύχραιμη και γελαστή.
Αργότερα έτυχε να αποκτήσουμε κι οι δυο από ένα σπιτάκι στο Πήλιο, όπου περνούσαμε τα καλοκαίρια μας. Τον χειμώνα πηγαίναμε πιο σπάνια εκεί. Κάπου-κάπου όμως μου έλεγε η Άλκη: «Το μάνταλο στην πόρτα της αυλής μου δεν κλείνει καλά. Είναι απόλυτη ανάγκη να πάμε στο χωριό. Δεν αφήνουμε μερικές «γατοτροφές» στους άντρες μας να πάμε εκεί για μια-δυο μέρες; Και ξεκινούσαμε οι δυο μας για το χωριό, παρλάροντας σ’ όλη τη διαδρομή. Και το βράδυ ανάβαμε ένα τζάκι, μαγειρεύαμε κάτι πρόχειρο και πάλι τα λέγαμε. Έτσι είχα την ευκαιρία να την ακούσω να μου αφηγείται διάφορες «ταλαιπωρίες της» με τρόπο συναρπαστικό και συχνά ξεκαρδιστικό.
Ένα βράδυ –δεν είχε γράψει ακόμα την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα- μου μίλησε για τα χρόνια που έμενε στη Ρώμη και περίμενε να πάρει βίζα για να πάει να βρει τον Γιώργο στην Τασκένδη. Για το πώς πήγε στη ρωσική πρεσβεία και είδε για πρώτη φορά το χάρτη της Ρωσίας και κατάλαβε πόσο μακριά ήταν η Τασκένδη. Και τότε τη ρώτησα: «Καλά, Άλκη, δεν φοβόσουν μήπως μετά από τόσα χρόνια μπορεί να αντίκριζες το Γιώργο και να ένιωθες ότι δεν τον αγαπάς πια;» Κι εκείνη μου απάντησε: «Καλά, το χειρότερο θα ήταν ότι δεν θα μπορούσα πια να γυρίσω πίσω». Ευτυχώς όμως ο Γιώργος δεν ήταν ο Αχιλλέας κι οι δυο τους ζήσανε μαζί αρμονικά κι απόκτησαν και παιδιά κι εγγόνια.
Την παρακολουθούσα να μεγαλώνει τα παιδιά της κι ύστερα τα εγγόνια της. Δεν έχω δει, ούτε και φαντάζομαι να υπάρχει, άλλη μάνα ή γιαγιά που να στέκεται δίπλα στα παιδιά ή στα εγγόνια της τόσο τρυφερά και διακριτικά. Να αγαπάει χωρίς να καταπιέζει. Αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι να βλέπεις ότι παιδιά κι εγγόνια, μικρά και μεγάλα, απολαμβάνουν την κάθε στιγμή που περνούν μαζί της. Και με τους φίλους της είναι το ίδιο. Χωρίς ποτέ να ενοχλεί θα είναι πάντα δίπλα σου. Είτε βρίσκεται στην Αθήνα, είτε στις Βρυξέλλες, είτε στο Παρίσι, ξέρω πως η κουμπάρα μου θα πάρει να μάθει τα νέα μας και να μου δώσει κουράγιο αν το χρειάζομαι. Κάποια στιγμή που δεν ήμουν και τόσο καλά μου έτυχε να διαβάζω το εφηβικό της βιβλίο Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της. Σε μια στιγμή λέει η Κωνσταντίνα: «Αύριο δεν έχουμε σχολείο για μας κάνανε κατάθλιψη». Από τότε, αν τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά, λέμε: Έχω μια «κατάληψη».
Η Άλκη έχει περάσει φυσικά και πολύ οδυνηρές στιγμές. Την «κατάληψή της» όμως την έκρυβε πάντα, την κρατούσε για τον εαυτό της, ποτέ δεν την φόρτωσε στους άλλους. Μια φορά μόνο τη θυμάμαι να παραδέχεται ότι έχει «κατάληψη». Της είχα χαρίσει μια καταβολάδα από τη γκλισίνα της αυλής μου. Κι η καταβολάδα είχε φτουρήσει και είχε γίνει ένα υπέροχο φυτό που έσκιαζε όλη την αυλή της και τη σκέπαζε με λουλούδια. Μια χρονιά όμως η γκλισίνα αρρώστησε και ξεράθηκε. Και την ίδια μέρα πέθανε ένας αγαπημένος φίλος της, ο Σπύρος Τσακνιάς. Ξαφνικά ο συνδυασμός της μικρής και μεγάλης συμφοράς της φάνηκε αβάσταχτος και παραδέχτηκε πως είχε «κατάληψη».
Κάποτε αρρώστησε και όλοι ανησυχήσαμε για την υγεία της. Εκείνη όμως συνδύασε τις παλιές «ταλαιπωρίες» με τις καινούργιες κι έφτιαξε ένα δίστιχο για να το γράψουνε στον τάφο της: Εγώ που με πυροβολούσαν στην πλατεία Συντάγματος  / Απέθανα από κήλη του διαφράγματος.
Η Άλκη όμως όχι μόνο δεν «απέθανε», αλλά χρόνια τώρα τρέχει από πόλη σε πόλη, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες όπου γνωρίζουν και αγαπάνε τα βιβλία της, κουβεντιάζει ακούραστη με δασκάλους και παιδιά, που προφανώς απολαμβάνουν τη συντροφιά της όσο και τα παιδιά της ή τα εγγόνια της ή κι εμείς οι φίλοι της. Και όλοι την καμαρώνουμε και περιμένουμε με ανυπομονησία το καινούργιο της βιβλίο.