Θανάσης Θ. Νιάρχος

Η καλλιτεχνική στράτευση της Άλκης Ζέη

Χρειάστηκε να γνωρίσω την Άλκη Ζέη για να μου αποκαλυφθεί πλήρως ένα μυστικό.

Όταν άρχισα να τη συναναστρέφομαι, φανταζόμουν τους δημιουργούς του δικού της διαμετρήματος και της δικής της ιδεολογικοπολιτικής τοποθέτησης βλοσυρούς, βαρείς και επίσημους. Να επικοινωνούν δηλαδή με τους άλλους μόνον όταν συνέβαινε οι τελευταίοι να είναι γνώστες του έργου τους και της ζωής τους. Αν τυχόν και σου ξέφευγε κάποια πρόταση από τα γραπτά τους, ή κάποια περιπέτεια από τις πολλές  που τους είχαν συμβεί, αυτόματα βαριές πόρτες θα ορθώνονταν στην επικοινωνία μαζί τους. Για να αισθάνομαι με τον τρόπο αυτό, σημαίνει πως όσους δημιουργούς είχα γνωρίσει ως τότε μου είχαν επιβληθεί ακριβώς λόγω του αντίστοιχου ύφους τους –το παράδοξο είναι πως όταν αναγνώρισα το τι ακριβώς συμβαίνει, δεν μειώθηκε καθόλου ο σεβασμός και ο θαυμασμός για τους ίδιους και το έργο τους, αν πραγματικά βέβαια άξιζαν τον κόπο. Με την Άλκη Ζέη τα γεγονότα λειτούργησαν μ’ έναν αντίστροφο ή μάλλον τελείως διαφορετικό τρόπο, που ενώ στην αρχή μου δημιούργησε σύγχυση, στη συνέχεια μου ενέπνευσε έναν θαυμασμό με ρίζες που αποδεικνύονται απείρως πιο στέρεες και υγιείς, σε σχέση με τον θαυμασμό που υπήρχε για οποιονδήποτε εκδηλωνόταν ως δημιουργός. Ασυνείδητα ζητούσα από την Άλκη Ζέη να είναι στο ύψος των περιπετειών της, που ήδη γνώριζα πολύ καλά, αντίθετα όμως γνώριζα έναν άνθρωπο καθημερινό, που δεν διέφερε σε τίποτα σχεδόν σε σχέση μ’ έναν άνθρωπο που δεν είχε καν υποψιασθεί τις δικές της περιπέτειες. Έπρεπε λοιπόν να λύσω το μυστήριο: μήπως με τον τρόπο αυτό προστάτευε τις περιπέτειές της ώστε, παραμένοντας προσωπική της υπόθεση, θα αξιοποιούνταν πληρέστερα οποιαδήποτε στιγμή θα έκρινε η ίδια κατάλληλη; Μήπως αναρωτιόταν και η ίδια για τη σημασία τους, ώστε μέσα σ’ έναν κόσμο που μεταβαλλόταν και μεταβάλλεται διαρκώς, πόλεμοι, εξορίες, δικτατορίες, διώξεις, αυτοεξορίες, θ’ ακούγονταν παράταιρες και απόμακρες; Τι συνέβαινε και τι συμβαίνει ακριβώς μ’ έναν δημιουργό που ενώ ο μύθος του έχει σχηματισθεί και τον περιβάλλει ως κάτι απολύτως φυσικό, ο ίδιος τον καταστρατηγεί με τη συμπεριφορά του, σχεδόν δεν τον αντιλαμβάνεται, όταν άλλοι δημιουργοί εκβιάζουν τις συνθήκες της ζωής τους ώστε πάση θυσία να δημιουργηθεί ένας μύθος; Η Άλκη Ζέη δεν αποκρίνεται καν μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο στο ερώτημα αυτό. Μοιάζει να ομολογεί, ή μάλλον υπαινίσσεται, ότι για να έχεις μια εποπτεία στα πράγματα της ζωής χρειάζεται, όταν προκύπτουν στην πιο δραματική τους μάλιστα έκφανση, αντί να τους αντιστέκεσαι, να τους παραχωρείσαι ως ενεργών και πάσχων, χωρίς να αισθάνεσαι ότι σου συμβαίνει κάτι ξεχωριστό. Έστω και αν τα πράγματα αυτά συνιστούν μια πολιτική συγκυρία προετοιμασμένη, οργανωμένη και μεθοδευμένη. Η ζωή δεν χειραγωγείται, δεν προγραμματίζεται και το απόβαρό της μέσα στον καθένα γίνεται τόσο μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο όταν κατορθώνει να μεταβάλλει τη δίνη της σε προϋπόθεση υπαρξιακής πληρότητας και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η απάντηση της Άλκης Ζέη στο ερώτημα πώς μεταστοιχειώνεται σε καλλιτεχνική δημιουργία η υπαρξιακή περιπέτεια ενός ανθρώπου, σε σχέση όμως με δριμύτατες πολιτικές συνθήκες, υπάρχει ίσως στο αφήγημά της «Σπανιόλικα παπούτσια», της ομότιτλης συλλογής, με αυτοβιογραφικά στο σύνολό της κείμενα. Μια γυναίκα, Ελληνίδα, κομμουνίστρια, που τα παράνομα αγωνιστικά της χρόνια, μέσα σ’ έναν ορίζοντα που τον στοιχειώνουν όχι μόνον το ΚΚΕ, η ΕΠΟΝ και η χούντα, αλλά, σαν να πρόκειται για γεγονότα της πλησιέστερης γειτονιάς, ο Φράνκο, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και το στρατόπεδο στην Κολύμα της Σιβηρίας, υποχρεώνεται σε μιαν «αναθεώρηση» χωρίς να ευθύνεται καθόλου η ίδια γι’ αυτήν. Μιαν αναθεώρηση όμως συναισθηματικής τάξεως, καθώς τα επαναστατικά της χρόνια εκβάλλουν σε μια κοινωνικοπολιτική καθημερινότητα απόμακρη και ξένη, με συνέπεια να ανακρούεται μέσα της αυτή η ξεθεμελιωτική αλλαγή, ως ένας προσωπικός εθνικός ύμνος ή σαν μια προσευχή. Ζυμωμένη η γυναίκα αυτή με μιαν επαναστατική περίοδο, που έδειχνε το μέλλον κατοικημένο με τα μεγάλα οράματα, γίνεται η ίδια το πρώτο θύμα του μικροαστικού συμβιβασμού. Και από ενδεχόμενη πρωταγωνίστρια μιας εποποιίας , μεταβάλλεται σε πρόσωπο μιας μικρόχαρης αντιδικίας –και μάλιστα με τους οικείους της-. Τα «Σπανιόλια παπούτσια» της Άλκης Ζέη, όπως και όλο το πεζοραφικό της έργο, διαβάζεται με έναν λυγμό που δεν γίνεται ποτέ βραχνάς –αντίθετα λυτρώνει. Όσο βαριά κι αν έχουν πέσει πάνω της τα γεγονότα, τα κάνει αισθητά και συνειδητά μ’ έναν τρόπο που μεταβάλλει την περιφλεγή για την ίδια περπατησιά τους σ’ ένα ανάλαφρο άγγιγμα για τους άλλους. Η «στράτευση» της Άλκης Ζέη, ακόμη κι όταν η ίδια η λέξη θα έχει καταργηθεί, θα διατηρείται ως νοσταλγία ενός χαμένου παραδείσου, που είχε οδηγήσει σε ανυπέρβλητα συγγραφικά επιτεύγματα.